述懐
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 έκφραση σκέψεων ή αναμνήσεων, αφήγηση συναισθημάτων ή αναπολήσεων, ανάμνηση, αναπόληση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 述懐する
- Παρόν (ευγενικό)
- 述懐します
- Άρνηση (απλή)
- 述懐しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 述懐しません
- Παρελθόν (απλό)
- 述懐した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 述懐しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 述懐しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 述懐しませんでした
- Τε-μορφή
- 述懐して
- Δυνητική
- 述懐できる
- Προστακτική
- 述懐しろ
- Βουλητική
- 述懐しよう
- Υποθετική (ば)
- 述懐すれば
- Υποθετική (たら)
- 述懐したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 述懐したい
- Απαγορευτική (~な)
- 述懐するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 述懐しなさい
- Παθητική
- 述懐される
- Αιτιατική
- 述懐させる