迷子まいごになる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χάνω τον δρόμο μου, μπερδεύομαι σε έναν χώρο, χάνομαι

Παραδείγματα

  • わたし迷子まいごになります

    Εγώ χάνομαι.

  • はじめての場所ばしょでは、よく迷子まいごになります

    Σε άγνωστα μέρη, συχνά χάνομαι.

  • 見慣みなれないまち散策中さんさくちゅう地図ちずがなければすぐに迷子まいごになります

    Όταν περπατάω σε μια άγνωστη πόλη, αν δεν έχω χάρτη, χάνομαι αμέσως.

Κλίση

Παρόν (απλό)
迷子になる
Παρόν (ευγενικό)
迷子になります
Άρνηση (απλή)
迷子にならない
Άρνηση (ευγενική)
迷子になりません
Παρελθόν (απλό)
迷子になった
Παρελθόν (ευγενικό)
迷子になりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
迷子にならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
迷子になりませんでした
Τε-μορφή
迷子になって
Δυνητική
迷子になれる
Προστακτική
迷子になれ
Βουλητική
迷子になろう
Υποθετική (ば)
迷子になれば