迷めい惑わくをかける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προκαλώ προβλήματα (σε κάποιον), ενοχλώ, ταλαιπωρώ

Παραδείγματα

  • 人ひとに迷惑めいわくをかけない。

    Μην ενοχλείς τους άλλους.

  • 遅刻ちこくして、みんなに迷惑めいわくをかけてしまった。

    Άργησα και ταλαιπώρησα τους πάντες.

  • 彼女かのじょは自分じぶんの都合つごうばかり考かんがえて、周囲しゅういに迷惑めいわくをかけていることに全まったく気付きづいていないようだ。

    Φαίνεται να σκέφτεται μόνο την εξυπηρέτησή της και δεν έχει καθόλου συνειδητοποιήσει ότι ενοχλεί τους γύρω της.

Κλίση

Παρόν (απλό)
迷惑をかける
Παρόν (ευγενικό)
迷惑をかけます
Άρνηση (απλή)
迷惑をかけない
Άρνηση (ευγενική)
迷惑をかけません
Παρελθόν (απλό)
迷惑をかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
迷惑をかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
迷惑をかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
迷惑をかけませんでした
Τε-μορφή
迷惑をかけて
Δυνητική
迷惑をかけられる
Προστακτική
迷惑をかけろ
Βουλητική
迷惑をかけよう
Υποθετική (ば)
迷惑をかければ