いまくる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διασκορπίζω, διώχνω
  2. 02 καταδιώκω αμείλικτα, κυνηγώ κατά πόδας

Κλίση

Παρόν (απλό)
追いまくる
Παρόν (ευγενικό)
追いまくります
Άρνηση (απλή)
追いまくらない
Άρνηση (ευγενική)
追いまくりません
Παρελθόν (απλό)
追いまくった
Παρελθόν (ευγενικό)
追いまくりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
追いまくらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
追いまくりませんでした
Τε-μορφή
追いまくって
Δυνητική
追いまくれる
Προστακτική
追いまくれ
Βουλητική
追いまくろう
Υποθετική (ば)
追いまくれば