追い打ちをかける
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επιτίθεμαι σε τρεπόμενο σε φυγή εχθρό, αποτελειώνω κάποιον που είναι ήδη πεσμένος, ρίχνω αλάτι στην πληγή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 追い打ちをかける
- Παρόν (ευγενικό)
- 追い打ちをかけます
- Άρνηση (απλή)
- 追い打ちをかけない
- Άρνηση (ευγενική)
- 追い打ちをかけません
- Παρελθόν (απλό)
- 追い打ちをかけた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 追い打ちをかけました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 追い打ちをかけなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 追い打ちをかけませんでした
- Τε-μορφή
- 追い打ちをかけて
- Δυνητική
- 追い打ちをかけられる
- Προστακτική
- 追い打ちをかけろ
- Βουλητική
- 追い打ちをかけよう
- Υποθετική (ば)
- 追い打ちをかければ
- Υποθετική (たら)
- 追い打ちをかけたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 追い打ちをかけたい
- Απαγορευτική (~な)
- 追い打ちをかけるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 追い打ちをかけなさい
- Παθητική
- 追い打ちをかけられる
- Αιτιατική
- 追い打ちをかけさせる