追い立てる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξωθώ, οδηγώ μπροστά (π.χ. κοπάδι), ξεσηκώνω (θήραμα από τη φωλιά του), διώχνω μακριά
- 02 πιέζω ένοικο να εγκαταλείψει το ακίνητο, κάνω έξωση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 追い立てる
- Παρόν (ευγενικό)
- 追い立てます
- Άρνηση (απλή)
- 追い立てない
- Άρνηση (ευγενική)
- 追い立てません
- Παρελθόν (απλό)
- 追い立てた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 追い立てました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 追い立てなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 追い立てませんでした
- Τε-μορφή
- 追い立てて
- Δυνητική
- 追い立てられる
- Προστακτική
- 追い立てろ
- Βουλητική
- 追い立てよう
- Υποθετική (ば)
- 追い立てれば
- Υποθετική (たら)
- 追い立てたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 追い立てたい
- Απαγορευτική (~な)
- 追い立てるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 追い立てなさい
- Παθητική
- 追い立てられる
- Αιτιατική
- 追い立てさせる