追い落とす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εκδιώκω, εκθρονίζω, αντικαθιστώ (από θέση εξουσίας)
- 02 καταδιώκω προς τα κάτω (π.χ. σε μια κοιλάδα), κυνηγώ προς τα κάτω
- 03 καταλαμβάνω (ένα κάστρο), κυριεύω (διώχνοντας τη φρουρά)
- 04 αρχαϊκό απομακρύνω (π.χ. από την πρωτεύουσα), εξορίζω
- 05 αρχαϊκό αρπάζω, αποσπώ, στήνω ενέδρα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 追い落とす
- Παρόν (ευγενικό)
- 追い落とします
- Άρνηση (απλή)
- 追い落とさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 追い落としません
- Παρελθόν (απλό)
- 追い落とした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 追い落としました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 追い落とさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 追い落としませんでした
- Τε-μορφή
- 追い落として
- Δυνητική
- 追い落とせる
- Προστακτική
- 追い落とせ
- Βουλητική
- 追い落とそう
- Υποθετική (ば)
- 追い落とせば
- Υποθετική (たら)
- 追い落としたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 追い落としたい
- Απαγορευτική (~な)
- 追い落とすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 追い落としなさい
- Παθητική
- 追い落とされる
- Αιτιατική
- 追い落とさせる