ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κυνηγώ, τρέχω πίσω από, καταδιώκω, ακολουθώ
  2. 02 ακολουθώ (μια καθορισμένη σειρά, μια τάση κ.λπ.)
  3. 03 διώχνω, εκδιώκω, καθαιρώ
  4. 04 οδηγώ (π.χ. ένα κοπάδι)
  5. 05 πιέζομαι (π.χ. από τον χρόνο)

Παραδείγματα

  • ねこがボールを

    Η γάτα κυνηγάει τη μπάλα.

  • かれゆめって海外かいがいった。

    Πήγε στο εξωτερικό για να κυνηγήσει το όνειρό του.

  • 現代社会げんだいしゃかいでは、つねあたらしい情報じょうほう変化へんかいつくために時間じかんわれることがおおい。

    Στη σύγχρονη κοινωνία, συχνά μας κυνηγάει ο χρόνος για να συμβαδίσουμε με τις νέες πληροφορίες και τις αλλαγές.

Κλίση

Παρόν (απλό)
追う
Παρόν (ευγενικό)
追います
Άρνηση (απλή)
追わない
Άρνηση (ευγενική)
追いません
Παρελθόν (απλό)
追った
Παρελθόν (ευγενικό)
追いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
追わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
追いませんでした
Τε-μορφή
追って
Δυνητική
追える
Προστακτική
追え
Βουλητική
追おう
Υποθετική (ば)
追えば