ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα αποχωρώ οικειοθελώς

Κλίση

Παρόν (απλό)
追ん出る
Παρόν (ευγενικό)
追ん出ます
Άρνηση (απλή)
追ん出ない
Άρνηση (ευγενική)
追ん出ません
Παρελθόν (απλό)
追ん出た
Παρελθόν (ευγενικό)
追ん出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
追ん出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
追ん出ませんでした
Τε-μορφή
追ん出て
Δυνητική
追ん出られる
Προστακτική
追ん出ろ
Βουλητική
追ん出よう
Υποθετική (ば)
追ん出れば