ついしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό αποβολή, εξαναγκασμός σε αποχώρηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
追出する
Παρόν (ευγενικό)
追出します
Άρνηση (απλή)
追出しない
Άρνηση (ευγενική)
追出しません
Παρελθόν (απλό)
追出した
Παρελθόν (ευγενικό)
追出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
追出しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
追出しませんでした
Τε-μορφή
追出して
Δυνητική
追出できる
Προστακτική
追出しろ
Βουλητική
追出しよう
Υποθετική (ば)
追出すれば