追従
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: ついしょう
- 01 ακολουθία (π.χ. γνώμης κάποιου), υποτακτικότητα, προσκόλληση, συμμόρφωση, μίμηση, υποκριτική συμπεριφορά, δουλικότητα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 追従する
- Παρόν (ευγενικό)
- 追従します
- Άρνηση (απλή)
- 追従しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 追従しません
- Παρελθόν (απλό)
- 追従した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 追従しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 追従しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 追従しませんでした
- Τε-μορφή
- 追従して
- Δυνητική
- 追従できる
- Προστακτική
- 追従しろ
- Βουλητική
- 追従しよう
- Υποθετική (ば)
- 追従すれば
- Υποθετική (たら)
- 追従したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 追従したい
- Απαγορευτική (~な)
- 追従するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 追従しなさい
- Παθητική
- 追従される
- Αιτιατική
- 追従させる