ついちょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμπληρωματική επιβάρυνση, πρόσθετη είσπραξη

Κλίση

Παρόν (απλό)
追徴する
Παρόν (ευγενικό)
追徴します
Άρνηση (απλή)
追徴しない
Άρνηση (ευγενική)
追徴しません
Παρελθόν (απλό)
追徴した
Παρελθόν (ευγενικό)
追徴しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
追徴しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
追徴しませんでした
Τε-μορφή
追徴して
Δυνητική
追徴できる
Προστακτική
追徴しろ
Βουλητική
追徴しよう
Υποθετική (ば)
追徴すれば