追捕ついぶ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό καταδίωξη και σύλληψη (εγκληματία, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
追捕する
Παρόν (ευγενικό)
追捕します
Άρνηση (απλή)
追捕しない
Άρνηση (ευγενική)
追捕しません
Παρελθόν (απλό)
追捕した
Παρελθόν (ευγενικό)
追捕しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
追捕しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
追捕しませんでした
Τε-μορφή
追捕して
Δυνητική
追捕できる
Προστακτική
追捕しろ
Βουλητική
追捕しよう
Υποθετική (ば)
追捕すれば