おいもの

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τοξοβολία σε κινούμενο στόχο (συνήθως ζώο) πάνω από άλογο

Κλίση

Παρόν (απλό)
追物射する
Παρόν (ευγενικό)
追物射します
Άρνηση (απλή)
追物射しない
Άρνηση (ευγενική)
追物射しません
Παρελθόν (απλό)
追物射した
Παρελθόν (ευγενικό)
追物射しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
追物射しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
追物射しませんでした
Τε-μορφή
追物射して
Δυνητική
追物射できる
Προστακτική
追物射しろ
Βουλητική
追物射しよう
Υποθετική (ば)
追物射すれば