つい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υστέρημα, υστερόγραφο
  2. 02 προσθήκη, συμπλήρωση (ειδικά δεδομένων ή πληροφοριών)

Κλίση

Παρόν (απλό)
追記する
Παρόν (ευγενικό)
追記します
Άρνηση (απλή)
追記しない
Άρνηση (ευγενική)
追記しません
Παρελθόν (απλό)
追記した
Παρελθόν (ευγενικό)
追記しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
追記しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
追記しませんでした
Τε-μορφή
追記して
Δυνητική
追記できる
Προστακτική
追記しろ
Βουλητική
追記しよう
Υποθετική (ば)
追記すれば