つい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επανάληψη (πειράματος), επαλήθευση (πειραματικών αποτελεσμάτων), αναπαραγωγή, επιβεβαίωση
  2. 02 συντομογραφία συμπληρωματική εξέταση, επαναληπτική εξέταση

Κλίση

Παρόν (απλό)
追試する
Παρόν (ευγενικό)
追試します
Άρνηση (απλή)
追試しない
Άρνηση (ευγενική)
追試しません
Παρελθόν (απλό)
追試した
Παρελθόν (ευγενικό)
追試しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
追試しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
追試しませんでした
Τε-μορφή
追試して
Δυνητική
追試できる
Προστακτική
追試しろ
Βουλητική
追試しよう
Υποθετική (ば)
追試すれば