ついにん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επικύρωση, επιβεβαίωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
追認する
Παρόν (ευγενικό)
追認します
Άρνηση (απλή)
追認しない
Άρνηση (ευγενική)
追認しません
Παρελθόν (απλό)
追認した
Παρελθόν (ευγενικό)
追認しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
追認しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
追認しませんでした
Τε-μορφή
追認して
Δυνητική
追認できる
Προστακτική
追認しろ
Βουλητική
追認しよう
Υποθετική (ば)
追認すれば