退出
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποχώρηση (π.χ. από δικαστική αίθουσα, χώρο εργασίας), έξοδος, απόσυρση (π.χ. από την παρουσία ανωτέρου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 退出する
- Παρόν (ευγενικό)
- 退出します
- Άρνηση (απλή)
- 退出しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 退出しません
- Παρελθόν (απλό)
- 退出した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 退出しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 退出しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 退出しませんでした
- Τε-μορφή
- 退出して
- Δυνητική
- 退出できる
- Προστακτική
- 退出しろ
- Βουλητική
- 退出しよう
- Υποθετική (ば)
- 退出すれば
- Υποθετική (たら)
- 退出したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 退出したい
- Απαγορευτική (~な)
- 退出するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 退出しなさい
- Παθητική
- 退出される
- Αιτιατική
- 退出させる