退園
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποχώρηση από πάρκο, κήπο, ζωολογικό κήπο κ.λπ.
- 02 αποχώρηση από το νηπιαγωγείο (π.χ. στο τέλος της ημέρας, με την ολοκλήρωση της φοίτησης, αποβολή)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 退園する
- Παρόν (ευγενικό)
- 退園します
- Άρνηση (απλή)
- 退園しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 退園しません
- Παρελθόν (απλό)
- 退園した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 退園しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 退園しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 退園しませんでした
- Τε-μορφή
- 退園して
- Δυνητική
- 退園できる
- Προστακτική
- 退園しろ
- Βουλητική
- 退園しよう
- Υποθετική (ば)
- 退園すれば
- Υποθετική (たら)
- 退園したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 退園したい
- Απαγορευτική (~な)
- 退園するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 退園しなさい
- Παθητική
- 退園される
- Αιτιατική
- 退園させる