退たいてん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κλείσιμο επιχείρησης, οριστική παύση λειτουργίας καταστήματος
  2. 02 έξοδος από κατάστημα, αποχώρηση από κατάστημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
退店する
Παρόν (ευγενικό)
退店します
Άρνηση (απλή)
退店しない
Άρνηση (ευγενική)
退店しません
Παρελθόν (απλό)
退店した
Παρελθόν (ευγενικό)
退店しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
退店しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
退店しませんでした
Τε-μορφή
退店して
Δυνητική
退店できる
Προστακτική
退店しろ
Βουλητική
退店しよう
Υποθετική (ば)
退店すれば