退廃
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ηθική παρακμή, κοινωνική πτώση, εκφυλισμός, διαφθορά, εκφυλισμός, χειροτέρευση
- 02 οικονομική κάμψη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 退廃する
- Παρόν (ευγενικό)
- 退廃します
- Άρνηση (απλή)
- 退廃しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 退廃しません
- Παρελθόν (απλό)
- 退廃した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 退廃しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 退廃しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 退廃しませんでした
- Τε-μορφή
- 退廃して
- Δυνητική
- 退廃できる
- Προστακτική
- 退廃しろ
- Βουλητική
- 退廃しよう
- Υποθετική (ば)
- 退廃すれば
- Υποθετική (たら)
- 退廃したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 退廃したい
- Απαγορευτική (~な)
- 退廃するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 退廃しなさい
- Παθητική
- 退廃される
- Αιτιατική
- 退廃させる