退社
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παραίτηση, αποχώρηση από θέση εργασίας
- 02 σχόλασμα, αποχώρηση από την εργασία (π.χ. στο τέλος της ημέρας)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 退社する
- Παρόν (ευγενικό)
- 退社します
- Άρνηση (απλή)
- 退社しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 退社しません
- Παρελθόν (απλό)
- 退社した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 退社しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 退社しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 退社しませんでした
- Τε-μορφή
- 退社して
- Δυνητική
- 退社できる
- Προστακτική
- 退社しろ
- Βουλητική
- 退社しよう
- Υποθετική (ば)
- 退社すれば
- Υποθετική (たら)
- 退社したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 退社したい
- Απαγορευτική (~な)
- 退社するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 退社しなさい
- Παθητική
- 退社される
- Αιτιατική
- 退社させる