退たいかん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγκατάλειψη πολεμικού πλοίου, αποχώρηση από πολεμικό πλοίο
  2. 02 αποστρατεία από ναυτική θέση, παραίτηση από τη θέση κυβερνήτη πολεμικού πλοίου

Κλίση

Παρόν (απλό)
退艦する
Παρόν (ευγενικό)
退艦します
Άρνηση (απλή)
退艦しない
Άρνηση (ευγενική)
退艦しません
Παρελθόν (απλό)
退艦した
Παρελθόν (ευγενικό)
退艦しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
退艦しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
退艦しませんでした
Τε-μορφή
退艦して
Δυνητική
退艦できる
Προστακτική
退艦しろ
Βουλητική
退艦しよう
Υποθετική (ば)
退艦すれば