退たい

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κόβω τη διέξοδο διαφυγής

Κλίση

Παρόν (απλό)
退路を断つ
Παρόν (ευγενικό)
退路を断ちます
Άρνηση (απλή)
退路を断たない
Άρνηση (ευγενική)
退路を断ちません
Παρελθόν (απλό)
退路を断った
Παρελθόν (ευγενικό)
退路を断ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
退路を断たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
退路を断ちませんでした
Τε-μορφή
退路を断って
Δυνητική
退路を断てる
Προστακτική
退路を断て
Βουλητική
退路を断とう
Υποθετική (ば)
退路を断てば