退たいてん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νωθρότητα στην εκπαίδευση, οπισθοδρόμηση (πτώση σε κατώτερο επίπεδο θρησκευτικής πρακτικής)
  2. 02 αποχώρηση (από έναν χώρο λόγω οικονομικής καταστροφής ή απώλειας θέσης)

Κλίση

Παρόν (απλό)
退転する
Παρόν (ευγενικό)
退転します
Άρνηση (απλή)
退転しない
Άρνηση (ευγενική)
退転しません
Παρελθόν (απλό)
退転した
Παρελθόν (ευγενικό)
退転しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
退転しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
退転しませんでした
Τε-μορφή
退転して
Δυνητική
退転できる
Προστακτική
退転しろ
Βουλητική
退転しよう
Υποθετική (ば)
退転すれば