退たい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταφύγιο, εκκένωση
  2. 02 αντίγραφο ασφαλείας (δεδομένων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
退避する
Παρόν (ευγενικό)
退避します
Άρνηση (απλή)
退避しない
Άρνηση (ευγενική)
退避しません
Παρελθόν (απλό)
退避した
Παρελθόν (ευγενικό)
退避しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
退避しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
退避しませんでした
Τε-μορφή
退避して
Δυνητική
退避できる
Προστακτική
退避しろ
Βουλητική
退避しよう
Υποθετική (ば)
退避すれば