退たいじん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραίτηση, αποχώρηση από το αξίωμα
  2. 02 υποχώρηση, αποχώρηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
退陣する
Παρόν (ευγενικό)
退陣します
Άρνηση (απλή)
退陣しない
Άρνηση (ευγενική)
退陣しません
Παρελθόν (απλό)
退陣した
Παρελθόν (ευγενικό)
退陣しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
退陣しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
退陣しませんでした
Τε-μορφή
退陣して
Δυνητική
退陣できる
Προστακτική
退陣しろ
Βουλητική
退陣しよう
Υποθετική (ば)
退陣すれば