退たいかん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποχώρηση (από βιβλιοθήκη, μουσείο κ.λπ.), έξοδος

Κλίση

Παρόν (απλό)
退館する
Παρόν (ευγενικό)
退館します
Άρνηση (απλή)
退館しない
Άρνηση (ευγενική)
退館しません
Παρελθόν (απλό)
退館した
Παρελθόν (ευγενικό)
退館しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
退館しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
退館しませんでした
Τε-μορφή
退館して
Δυνητική
退館できる
Προστακτική
退館しろ
Βουλητική
退館しよう
Υποθετική (ば)
退館すれば