おくりつける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποστέλλω κάτι χωρίς να μου έχει ζητηθεί, στέλνω κάτι χωρίς την προηγούμενη παραγγελία ή αίτημα του παραλήπτη

Κλίση

Παρόν (απλό)
送りつける
Παρόν (ευγενικό)
送りつけます
Άρνηση (απλή)
送りつけない
Άρνηση (ευγενική)
送りつけません
Παρελθόν (απλό)
送りつけた
Παρελθόν (ευγενικό)
送りつけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
送りつけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
送りつけませんでした
Τε-μορφή
送りつけて
Δυνητική
送りつけられる
Προστακτική
送りつけろ
Βουλητική
送りつけよう
Υποθετική (ば)
送りつければ