おくとどける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταφέρω, παραδίδω, συνοδεύω

Παραδείγματα

  • わたし荷物にもつおくとどけます

    Θα παραδώσω το πακέτο.

  • 先生せんせい生徒せいといえまでおくとどけました

    Ο δάσκαλος συνόδευσε τον μαθητή μέχρι το σπίτι.

  • かれ重要じゅうよう書類しょるい確実かくじつ取引先とりひきさきおくとどける任務にんむっていました。

    Είχε την αποστολή να παραδώσει οπωσδήποτε τα σημαντικά έγγραφα στον πελάτη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
送り届ける
Παρόν (ευγενικό)
送り届けます
Άρνηση (απλή)
送り届けない
Άρνηση (ευγενική)
送り届けません
Παρελθόν (απλό)
送り届けた
Παρελθόν (ευγενικό)
送り届けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
送り届けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
送り届けませんでした
Τε-μορφή
送り届けて
Δυνητική
送り届けられる
Προστακτική
送り届けろ
Βουλητική
送り届けよう
Υποθετική (ば)
送り届ければ