おくむか

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποχαιρετισμός κάποιου και μετέπειτα υποδοχή του, μεταφορά κάποιου από και προς έναν προορισμό

Κλίση

Παρόν (απλό)
送り迎えする
Παρόν (ευγενικό)
送り迎えします
Άρνηση (απλή)
送り迎えしない
Άρνηση (ευγενική)
送り迎えしません
Παρελθόν (απλό)
送り迎えした
Παρελθόν (ευγενικό)
送り迎えしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
送り迎えしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
送り迎えしませんでした
Τε-μορφή
送り迎えして
Δυνητική
送り迎えできる
Προστακτική
送り迎えしろ
Βουλητική
送り迎えしよう
Υποθετική (ば)
送り迎えすれば