送配
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διανομή (π.χ. ηλεκτρικού ρεύματος, νερού κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 送配する
- Παρόν (ευγενικό)
- 送配します
- Άρνηση (απλή)
- 送配しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 送配しません
- Παρελθόν (απλό)
- 送配した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 送配しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 送配しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 送配しませんでした
- Τε-μορφή
- 送配して
- Δυνητική
- 送配できる
- Προστακτική
- 送配しろ
- Βουλητική
- 送配しよう
- Υποθετική (ば)
- 送配すれば
- Υποθετική (たら)
- 送配したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 送配したい
- Απαγορευτική (~な)
- 送配するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 送配しなさい
- Παθητική
- 送配される
- Αιτιατική
- 送配させる