がす

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απελευθερώνω, αφήνω να φύγει, αφήνω ελεύθερο
  2. 02 χάνω (π.χ. μια ευκαιρία), αφήνω να διαφύγει, δεν καταφέρνω να πιάσω

Παραδείγματα

  • さかなにがします。

    Αφήνω το ψάρι ελεύθερο.

  • 大切たいせつなチャンスをにがしてしまいました。

    Έχασα μια σημαντική ευκαιρία.

  • 犯人はんにん目前もくぜんにがしてしまい、くやしいおもいをしました。

    Μου ξέφυγε ο ένοχος μπροστά στα μάτια μου και το μετάνιωσα πικρά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
逃がす
Παρόν (ευγενικό)
逃がします
Άρνηση (απλή)
逃がさない
Άρνηση (ευγενική)
逃がしません
Παρελθόν (απλό)
逃がした
Παρελθόν (ευγενικό)
逃がしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
逃がさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
逃がしませんでした
Τε-μορφή
逃がして
Δυνητική
逃がせる
Προστακτική
逃がせ
Βουλητική
逃がそう
Υποθετική (ば)
逃がせば