げる

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φεύγω, το σκάω, δραπετεύω, ξεφεύγω (π.χ. από κίνδυνο), εγκαταλείπω (π.χ. τον/την σύζυγο), βρίσκω καταφύγιο
  2. 02 αποφεύγω (μια ερώτηση, ευθύνη κ.λπ.), παρακάμπτω, εκτρέπομαι, υποχωρώ
  3. 03 κερδίζω διατηρώντας το προβάδισμα, δεν αφήνω να με προσπεράσουν, κρατώ την πρωτοπορία
  4. 04 διαφεύγω (π.χ. θερμότητα, αέριο), διαρρέω (π.χ. μυρωδιά), χάνομαι (π.χ. γεύση)
  5. 05 χάνω την ιδανική στάση

Παραδείγματα

  • いぬげました

    Ο σκύλος το 'σκασε.

  • かれ警察けいさつからげました

    Αυτός ξέφυγε από την αστυνομία.

  • 問題もんだいからげるのではなく、きちんと向き合うむきあうべきだ。

    Αντί να το σκάμε από τα προβλήματα, θα έπρεπε να τα αντιμετωπίζουμε κατάματα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
逃げる
Παρόν (ευγενικό)
逃げます
Άρνηση (απλή)
逃げない
Άρνηση (ευγενική)
逃げません
Παρελθόν (απλό)
逃げた
Παρελθόν (ευγενικό)
逃げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
逃げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
逃げませんでした
Τε-μορφή
逃げて
Δυνητική
逃げられる
Προστακτική
逃げろ
Βουλητική
逃げよう
Υποθετική (ば)
逃げれば