逃にげ出だす

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φεύγω, το σκάω, δραπετεύω, το βάζω στα πόδια
  2. 02 αρχίζω να φεύγω, αρχίζω να το σκάω

Παραδείγματα

  • 猫ねこが逃げ出にげだした。

    Η γάτα το έσκασε.

  • 危険きけんを感かんじて、すぐにその場ばから逃げ出にげだした。

    Αισθανόμενος τον κίνδυνο, το έσκασα αμέσως από εκείνο το σημείο.

  • 理不尽りふじんな状況じょうきょうから逃げ出すにげだすことは、決けっして恥はずべきことではない。

    Το να το σκάσεις από μια παράλογη κατάσταση, δεν είναι σε καμία περίπτωση κάτι που πρέπει να ντρέπεσαι.

Κλίση

Παρόν (απλό)
逃げ出す
Παρόν (ευγενικό)
逃げ出します
Άρνηση (απλή)
逃げ出さない
Άρνηση (ευγενική)
逃げ出しません
Παρελθόν (απλό)
逃げ出した
Παρελθόν (ευγενικό)
逃げ出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
逃げ出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
逃げ出しませんでした
Τε-μορφή
逃げ出して
Δυνητική
逃げ出せる
Προστακτική
逃げ出せ
Βουλητική
逃げ出そう
Υποθετική (ば)
逃げ出せば