ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταφύγιο, διαφυγή, έξοδος, διέξοδος, άσυλο, κρησφύγετο

Παραδείγματα

  • 逃げ場にげばがない。

    Δεν υπάρχει διαφυγή.

  • てきかこまれて、もう逃げ場にげばはなかった。

    Ήμασταν περικυκλωμένοι από τον εχθρό και δεν υπήρχε πλέον διέξοδος.

  • 突然とつぜん災難さいなん見舞みまわれ、どこにも逃げ場にげばがないような絶望的ぜつぼうてき気持きもちになった。

    Εξαιτίας της ξαφνικής καταστροφής που μας βρήκε, ένιωσα απελπισία, σαν να μην υπήρχε πουθενά καταφύγιο.