かえ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τρέχω να γυρίσω στο σπίτι, φεύγω άρον άρον για να επιστρέψω

Κλίση

Παρόν (απλό)
逃げ帰る
Παρόν (ευγενικό)
逃げ帰ります
Άρνηση (απλή)
逃げ帰らない
Άρνηση (ευγενική)
逃げ帰りません
Παρελθόν (απλό)
逃げ帰った
Παρελθόν (ευγενικό)
逃げ帰りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
逃げ帰らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
逃げ帰りませんでした
Τε-μορφή
逃げ帰って
Δυνητική
逃げ帰れる
Προστακτική
逃げ帰れ
Βουλητική
逃げ帰ろう
Υποθετική (ば)
逃げ帰れば