のが

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δραπετεύω, διαφεύγω

Κλίση

Παρόν (απλό)
逃れ出る
Παρόν (ευγενικό)
逃れ出ます
Άρνηση (απλή)
逃れ出ない
Άρνηση (ευγενική)
逃れ出ません
Παρελθόν (απλό)
逃れ出た
Παρελθόν (ευγενικό)
逃れ出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
逃れ出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
逃れ出ませんでした
Τε-μορφή
逃れ出て
Δυνητική
逃れ出られる
Προστακτική
逃れ出ろ
Βουλητική
逃れ出よう
Υποθετική (ば)
逃れ出れば