さかうら

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 η λήψη κακίας (από κάποιον προς τον οποίο τρέφει κανείς δυσαρέσκεια)
  2. 02 η απόκριση στην καλοσύνη με κακία, η παρεξηγημένη κακόβουλη σκέψη για κάποιον που είχε καλές προθέσεις, η κακία που προκαλείται από παρεξήγηση
  3. 03 καθομιλουμένη η αδικαιολόγητη κακία, η παράλογη αντιπάθεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
逆恨みする
Παρόν (ευγενικό)
逆恨みします
Άρνηση (απλή)
逆恨みしない
Άρνηση (ευγενική)
逆恨みしません
Παρελθόν (απλό)
逆恨みした
Παρελθόν (ευγενικό)
逆恨みしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
逆恨みしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
逆恨みしませんでした
Τε-μορφή
逆恨みして
Δυνητική
逆恨みできる
Προστακτική
逆恨みしろ
Βουλητική
逆恨みしよう
Υποθετική (ば)
逆恨みすれば