逆立てる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ορθώνω (μαλλιά, τρίχωμα), σηκώνω όρθιο, ανασηκώνω, ανακατώνω (φτερά), υψώνω (φρύδια)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 逆立てる
- Παρόν (ευγενικό)
- 逆立てます
- Άρνηση (απλή)
- 逆立てない
- Άρνηση (ευγενική)
- 逆立てません
- Παρελθόν (απλό)
- 逆立てた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 逆立てました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 逆立てなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 逆立てませんでした
- Τε-μορφή
- 逆立てて
- Δυνητική
- 逆立てられる
- Προστακτική
- 逆立てろ
- Βουλητική
- 逆立てよう
- Υποθετική (ば)
- 逆立てれば
- Υποθετική (たら)
- 逆立てたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 逆立てたい
- Απαγορευτική (~な)
- 逆立てるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 逆立てなさい
- Παθητική
- 逆立てられる
- Αιτιατική
- 逆立てさせる