かす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοιτάζω μέσα από κάτι
  2. 02 υψώνω προς το φως για να ελέγξω τη διαφάνεια
  3. 03 δημιουργώ άνοιγμα, αφήνω κενό, αφήνω διάκενο μεταξύ γραμμών, αραιώνω τα κλαδιά δέντρων
  4. 04 καθομιλουμένη αερίζομαι αθόρυβα

Κλίση

Παρόν (απλό)
透かす
Παρόν (ευγενικό)
透かします
Άρνηση (απλή)
透かさない
Άρνηση (ευγενική)
透かしません
Παρελθόν (απλό)
透かした
Παρελθόν (ευγενικό)
透かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
透かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
透かしませんでした
Τε-μορφή
透かして
Δυνητική
透かせる
Προστακτική
透かせ
Βουλητική
透かそう
Υποθετική (ば)
透かせば