逓倍
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πολλαπλασιασμός (π.χ. συχνοτήτων)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 逓倍する
- Παρόν (ευγενικό)
- 逓倍します
- Άρνηση (απλή)
- 逓倍しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 逓倍しません
- Παρελθόν (απλό)
- 逓倍した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 逓倍しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 逓倍しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 逓倍しませんでした
- Τε-μορφή
- 逓倍して
- Δυνητική
- 逓倍できる
- Προστακτική
- 逓倍しろ
- Βουλητική
- 逓倍しよう
- Υποθετική (ば)
- 逓倍すれば
- Υποθετική (たら)
- 逓倍したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 逓倍したい
- Απαγορευτική (~な)
- 逓倍するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 逓倍しなさい
- Παθητική
- 逓倍される
- Αιτιατική
- 逓倍させる