ほうれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βρίσκομαι σε αδιέξοδο, μπερδεύομαι

Παραδείγματα

  • 途方とほうれる

    Είμαι σε αδιέξοδο.

  • 問題もんだい複雑ふくざつすぎて、わたし途方とほうれてしまった。

    Το πρόβλημα ήταν τόσο περίπλοκο που βρέθηκα σε αδιέξοδο.

  • 突然とつぜん計画変更けいかくへんこうで、なにからをつけていいかからず、みな途方とほうれてしまった。

    Λόγω της ξαφνικής αλλαγής στα σχέδια, όλοι μπερδεύτηκαν και δεν ήξεραν από πού να αρχίσουν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
途方に暮れる
Παρόν (ευγενικό)
途方に暮れます
Άρνηση (απλή)
途方に暮れない
Άρνηση (ευγενική)
途方に暮れません
Παρελθόν (απλό)
途方に暮れた
Παρελθόν (ευγενικό)
途方に暮れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
途方に暮れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
途方に暮れませんでした
Τε-μορφή
途方に暮れて
Δυνητική
途方に暮れられる
Προστακτική
途方に暮れろ
Βουλητική
途方に暮れよう
Υποθετική (ば)
途方に暮れれば