途と端たんに

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μόλις, αμέσως μετά, τη στιγμή που, με το που, εκείνη τη στιγμή

Παραδείγματα

  • 彼かれが話はなした途端とたんに、みんなが笑わらった。

    Μόλις μίλησε, όλοι γέλασαν.

  • 雨あめが降ふり始はじめた途端とたんに、彼かれは傘かさを広ひろげた。

    Μόλις άρχισε να βρέχει, άνοιξε την ομπρέλα του.

  • その提案ていあんを聞きいた途端とたんに、会議室かいぎしつの雰囲気ふんいきが一変いっぺんした。

    Μόλις ακούστηκε η πρόταση αυτή, η ατμόσφαιρα στην αίθουσα συνεδριάσεων άλλαξε εντελώς.