てつもない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα υπερβολικός, παράλογος, απίστευτος, εξωφρενικός, αδικαιολόγητος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τεράστιος, τρομερός, εξαιρετικός, μνημειώδης

Κλίση

Παρόν (απλό)
途轍もない
Παρόν (ευγενικό)
途轍もないです
Άρνηση (απλή)
途轍もなくない
Άρνηση (ευγενική)
途轍もなくないです
Παρελθόν (απλό)
途轍もなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
途轍もなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
途轍もなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
途轍もなくなかったです
Τε-μορφή
途轍もなくて
Υποθετική (ば)
途轍もなければ