ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σέρνομαι μέσα, εισχωρώ
  2. 02 τρύπώνω μέσα, χώνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
這い込む
Παρόν (ευγενικό)
這い込みます
Άρνηση (απλή)
這い込まない
Άρνηση (ευγενική)
這い込みません
Παρελθόν (απλό)
這い込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
這い込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
這い込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
這い込みませんでした
Τε-μορφή
這い込んで
Δυνητική
這い込める
Προστακτική
這い込め
Βουλητική
這い込もう
Υποθετική (ば)
這い込めば