這はう

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σέρνομαι, μπουσουλάω, περπατάω στα τέσσερα
  2. 02 γλιστράω, σέρνομαι (π.χ. φίδι), στριφογυρίζω, ελίσσομαι
  3. 03 απλώνομαι, σέρνομαι (για φυτά), εξαπλώνομαι

Παραδείγματα

  • 赤あかちゃんが床ゆかを這はう。

    Το μωρό μπουσουλάει στο πάτωμα.

  • 植物しょくぶつが壁かべを這はって伸のびていく。

    Το φυτό σκαρφαλώνει στον τοίχο.

  • 暗闇くらやみの中なかを手探てさぐりで這はいながら、出口でぐちを探さがした。

    Μπουσουλώντας στα τυφλά μέσα στο σκοτάδι, έψαχνα να βρω την έξοδο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
這う
Παρόν (ευγενικό)
這います
Άρνηση (απλή)
這わない
Άρνηση (ευγενική)
這いません
Παρελθόν (απλό)
這った
Παρελθόν (ευγενικό)
這いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
這わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
這いませんでした
Τε-μορφή
這って
Δυνητική
這える
Προστακτική
這え
Βουλητική
這おう
Υποθετική (ば)
這えば