かよはじめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχίζω να πηγαίνω τακτικά (π.χ. στο σχολείο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
通い始める
Παρόν (ευγενικό)
通い始めます
Άρνηση (απλή)
通い始めない
Άρνηση (ευγενική)
通い始めません
Παρελθόν (απλό)
通い始めた
Παρελθόν (ευγενικό)
通い始めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
通い始めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
通い始めませんでした
Τε-μορφή
通い始めて
Δυνητική
通い始められる
Προστακτική
通い始めろ
Βουλητική
通い始めよう
Υποθετική (ば)
通い始めれば