かよ

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πηγαίνω κι έρχομαι (σε ένα μέρος), μετακινούμαι μεταξύ, εκτελώ δρομολόγια (π.χ. λεωφορείο, τρένο)
  2. 02 πηγαίνω (σε σχολείο, δουλειά κ.λπ.), φοιτώ, παρακολουθώ, συχνάζω
  3. 03 κυκλοφορώ (π.χ. αίμα, ηλεκτρισμός), μεταδίδομαι (π.χ. σκέψη)
  4. 04 μοιάζω

Παραδείγματα

  • わたし学校がっこうかよいます

    Πηγαίνω σχολείο.

  • かれ毎日まいにち自転車じてんしゃ会社かいしゃかよっています。

    Κάθε μέρα πηγαίνει στη δουλειά με το ποδήλατο.

  • わたしたちのあいだには、言葉ことばわさなくてもこころかようようなふかきずながあります。

    Ανάμεσά μας υπάρχει ένας τόσο βαθύς δεσμός που οι καρδιές μας επικοινωνούν, ακόμα κι χωρίς λόγια.

Κλίση

Παρόν (απλό)
通う
Παρόν (ευγενικό)
通います
Άρνηση (απλή)
通わない
Άρνηση (ευγενική)
通いません
Παρελθόν (απλό)
通った
Παρελθόν (ευγενικό)
通いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
通わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
通いませんでした
Τε-μορφή
通って
Δυνητική
通える
Προστακτική
通え
Βουλητική
通おう
Υποθετική (ば)
通えば