つうがる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποκρίνομαι τον παντογνώστη, προσποιούμαι ότι τα ξέρω όλα, παριστάνω την αυθεντία

Κλίση

Παρόν (απλό)
通がる
Παρόν (ευγενικό)
通がります
Άρνηση (απλή)
通がらない
Άρνηση (ευγενική)
通がりません
Παρελθόν (απλό)
通がった
Παρελθόν (ευγενικό)
通がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
通がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
通がりませんでした
Τε-μορφή
通がって
Δυνητική
通がれる
Προστακτική
通がれ
Βουλητική
通がろう
Υποθετική (ば)
通がれば